Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2007

Φωτιά Live

Είμαι βέβαιος πως όλοι έχουμε πολλές και ίδιες σκέψεις γι'αυτό που συνέβει στη Πάρνηθα αλλά και για τις άλλες φωτιές. Ίσως μάλιστα αυτό που υπερισχύει να μην είναι καν σκέψη αλλά θυμός. Και εδώ είναι που λέμε 'χωρίς λόγια...' Τι να γράψεις; Για τους ασυνείδητους; Για αυτούς που αρπάζουν την ευκαιρία να προβληθούν; Για το κόσμο που έχασε περιουσίες; Για τους πολιτικάντηδες που δεν έχουν μπέσα και ίχνος ντροπής; Για τους ανθρώπους που έκαναν τη δουλειά τους σε καταστάσεις πέρα από τις δυνάμεις τους; Για το περιβάλλον; Είναι πάρα πολλά.

Το καλοκαίρι του 90 υπηρετούσα τη μαμά πατρίδα στη Μυτιλήνη, σ'ενα βουνό λίγο έξω από τη Καλλονή, το Πετσοφά. Ήταν Σάββατο πρωί και μαζί μ'ένα συνάδελφο είμασταν σε υπηρεσία επιφυλακής που σημαίνει ότι δεν κάνεις τίποτα απολύτως παρά παραμένεις στο στρατόπεδο μη τυχόν και συμβεί τίποτα π.χ. φωτιά. Καθ'ότι όμως είμασταν νιάτα δεν τα παίρναμε και πολύ σοβαρά κι έτσι ξεκινήσαμε σκαστοί να πάμε για μπάνιο. Όλη μέρα λοιπόν στη θάλασσα με μπυρίτσες, μεζεδάκια κλπ. Κατά το απόγευμα αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο στρατόπεδο για να κάνουμε το μπάνιο μας, να κοιμηθούμε κάνα δυο ώρες και να ετοιμαστούμε για τη βραδυνή επίσημη αυτή τη φορά έξοδό μας. Φτάνοντας λοιπόν στο στρατόπεδο μέσα από το δάσος -είπαμε ήμασταν σκαστοί- βλέπουμε να επικρατεί ένας πανικός. Σειρήνες να ουρλιάζουν, τα ΡΕΟ (φορτηγά) να μαρσάρουν και ο κόσμος να τρέχει. Μπαίνουμε στο θάλαμο και μαθαίνουμε πως όσοι είναι επιφυλακή σε 10 λεπτά πρέπει να έχουν μπει στα φορτηγά. Χωρίς όπλα. Μόνο με τη φόρμα αγγαρείας, κράνος, πετσέτα, παγούρι και μαχαίρι. Αυτό απλά σημαίνει ΦΩΤΙΑ. Όπως καταλαβαίνετε ήμασταν πολύ τυχεροί που γυρίσαμε εκείνη τη στιγμή. Διαφορετικά μπορεί να υπηρετούσαμε ακόμα...

Μετά από καμιά δυο ώρες διαδρομής με τα ΡΕΟ, μας ξεφορτώνουν σε μια πλαγιά στο βουνό και αρχίζουμε να ανεβαίνουμε ή μάλλον να σκαρφαλώνουμε μια περιοχή δύσβατη με πανύψηλα πεύκα. Βήμα βήμα η μυρωδιά του καμένου γίνεται πιο έντονη. Οι καπνοί αρχίζουν και μας τυλίγουν. Η ορατότητα όσο πάει και μειώνεται και η αναπνοή γίνεται πιο δύσκολη. Μετά από καμιά ώρα το θέαμα που βλέπουμε είναι συγκλονιστικό. Πρέπει πραγματικά να κατεβήκαμε στη κόλαση. Οι φλόγες είναι θεόρατες. Μπροστά μας είναι ένα μέτωπο φωτιάς που δεν έχουμε ιδέα τι πλάτος έχει αλλά το ύψος του πρέπει να ξεπερνάει τα 7-8 μέτρα. Το δάσος είναι πια κόκκινο. Σαν αυτό που βλέπουμε στα ντοκυμαντέρ για τα ηφαίστεια. Ζωντανό κόκκινο. Τα κουκουνάρια εκσφενδονίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεν θυμάμαι να είχε έντονο αέρα αλλά οι φλόγες έτρεχαν με ταχύτητα. Τα μάτια μας, ο λαιμός μας και η μύτη μας έκαιγαν. Οι λοχαγοί φώναζαν να μην πιούμε το νερό που είχαμε αλλά να βρέξουμε τις πετσέτες μας και να σκεπάσουμε με αυτές μύτη και στόμα για να μπορούμε να αναπνέουμε.

Σοκ και δέος. Μόνο με αυτές τις λέξεις μπορώ να περιγράψω αυτό που έβλεπα. Βλέπετε ήμουν άνθρωπος της πόλης, νέος, και ίσως αυτή να ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκα σε βουνό με δάσος. Οι εντολές που μας έδιναν ήταν από ανύπαρκτες έως συγκεχυμένες. Άλλωστε ήμασταν τόσοι πολλοί και σκορπισμένοι που ήταν αδύνατο να ακούσεις. Και η φωτιά κάνει θόρυβο, τρομακτικό θόρυβο... Άλλοι ακούγοντας τις εντολές, άλλοι ακολουθώντας άλλους και άλλοι ίσως από ένστικτο, βρέθηκαμε σε σχηματισμό φιδιού. Προσπαθούσαμε να κυκλώσουμε τη φωτιά ή μάλλον επειδή αυτό ήταν αδύνατο, να παραταχθούμε κατά μήκος του μετώπου της και κρατώντας από ένα κλαδί να προσπαθούμε να καθαρίσουμε γύρω από το σημείο που στεκόταν ο καθένας. Και όταν ανάβαν φλόγες δίπλα μας από τις εκτινάξεις της κυρίως φωτιάς ή από τα κλαδιά και τα κουκουνάρια, τις πατούσαμε με τις αρβύλες για να σβήσουν. Το σχέδιο δεν ήταν να σβήσουμε τη φωτιά αλλά να την απομονώσουμε. Τόσο απλά. Γιατί ήταν βέβαιο πως δεν μπορούσαμε να τη σβήσουμε. Με τι άλλωστε;

Πρέπει να είμασταν γύρω στους 500 ανθρώπους εκεί πάνω ή μάλλον εκεί κάτω στα καζάνια του βελζεβούλ που ώρες ατέλειωτες χορεύαμε με τις φλόγες. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά αλλά εμείς βλέπαμε σαν να ήταν μέρα. Κόκκινη μέρα. Τεράστιες κόκκινες πορτοκαλί φλόγες που κατάπιναν το ένα δέντρο μετά το άλλο και το έδαφος κόκκινο σαν ρουμπίνι. Το φιδάκι που είχαμε σχηματίσει σιγά σιγά προχωρούσε όπως προχωρούσε και η φωτιά, δίπλα της. Η απόσταση που μας χώριζε δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερη από 10-15 μέτρα. Η ζέστη ανυπόφορη, τα μάτια να κλαίνε, τα πνευμόνια να καίνε από τους καπνούς και το νερό στο παγούρι να τελειώνει χωρίς να μπορούμε να πιούμε. Αν το πίναμε θα σταματούσαμε να αναπνέουμε. Ήταν απαραίτητο για να βρέχουμε τις πετσέτες.

Έχουμε πια μπει μέσα σε μια χαράδρα. Έχουμε διασπαστεί σε ομάδες και η δική μου είναι γύρω στα 15 άτομα. Συνεχίζουμε να προχωράμε στο μονοπάτι που ανοίγουμε περπατώντας στη δεξιά πλαγιά και αριστερά μας κάτω βλέπουμε το Δάντη. Πολλές φορές οι φλογές πετάγονται επάνω και μας ξεπερνούν. Και συνεχίζουμε μέχρι που ξαφνικά βρισκόμαστε να στεκόμαστε σε ένα φαρδύ πλάτωμα όπου αριστερά μας είναι η χαράδρα και μπροστά μας... πάλι η χαράδρα! Οι φλόγες πετάγονται από παντού. Αυτή τη φορά όμως τη πατήσαμε. Δεν είναι μόνο στο πλάι μας αλλά και μπροστά μας. Και το χειρότερο είναι ότι μας πλησιάζει από μπροστά. Πανικός! Όπως όπως άλλοι προσπαθούμε να γυρίσουμε πίσω και άλλοι να σκαρφαλώσουμε δεξιά στη πλαγιά. Αυτό ήταν άτακτη υποχώρηση. Σε λίγο συναντήσαμε άλλες ομάδες όπου ενωθήκαμε και συνεχίσαμε το φιδάκι αλλά αυτή τη φορά από πιο ψηλά στη πλαγιά.

Έχει αρχίσει να ξημερώνει όταν πια κατάκοποι, διψασμένοι και κατατρομαγμένοι έχουμε πέσει πια όλοι κάτω και απλώς κοιτάμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Και τότε ακούμε και βλέπουμε το πρώτο πυροσβεστικό αεροπλάνο να περνά από πάνω μας και για μια στιγμή χαμογελάσαμε όλοι. Αμέσως σηκώθηκαμε και αρχίσαμε να τρέχουμε να ανεβούμε όσο πιο ψηλά μπορούσαμε για να εκκενώσουμε το χώρο για να μπορέσει να αδειάσει το νερό χωρίς να μας βρει από κάτω.

Αυτό ήταν. Για τις επόμενες 24 ώρες παραμείναμε στις θέσεις μας και σβήναμε τις μικροεστίες προσέχοντας για αναζωπυρώσεις.


Δεν θα προβώ σε σχολιασμούς, δίκες και καταδίκες. Ούτε θα κάτσω να αναλύσω τα οικολογικά προβλήματα, ούτε γιατί η πυροσβεστική δεν έκανε το ένα ή το άλλο. Προσπάθησα μόνο να δώσω μια εικόνα αυτών που συμβαίνουν εκεί πάνω και δεν μπορεί να δείξει κανένα κανάλι και καμία κάμερα.

Γιατί είναι εύκολο να είσαι ειδικός όταν είσαι σπίτι σου.

4 σχόλια:

lifewhispers είπε...

Νομίζω ότι έπρεπε να γραφτεί αυτό το κείμενο. Έπρεπε.

seaina είπε...

Φοβερή η εμπειρία σου. Νομίζω δε θα ήθελα να το ζήσω ...

LikeToBite είπε...

Αγαπητή lifewhispers δεν ξέρω αν έπρεπε να γραφτεί ή όχι. Ειλικρινά η πρόθεσή μου ήταν να απαντήσω σε κάποιους ανόητους που ανοίγουν το στόμα τους χωρίς να έχουν ιδέα γιατί πράγμα μιλάμε, χωρίς όμως να απαλλάξω του φέροντες την ευθύνη της πρόληψης αλλά και της καταστολής.

LikeToBite είπε...

Αγαπητή seaina πίστεψέ με ούτε εγώ θέλω να το ξαναζήσω...