Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Marshall plan v. 2.0


Πολυκίνδυνος πολιτική
Το Σχέδιο Μάρσαλ μόνο μια φορά έφερε αποτέλεσμα

του William Pfaff

Το Παρίσι έχει γίνει μια πόλη φα­ραωνικών μνημειωδών κατασκευ­ών, μια και κάθε νέος πρόεδρος της δημοκρατίας ιδρύει κάτι καινούριο, κάτι για να τον θυμούνται. Το μουσείο του 19ου αιώνα, το Μουσείο ντ' Ορσέ που άνοιξε τον περασμένο χειμώνα, είναι η απάντηση του πρώην Προέδρου Βαλερύ Ζισκάρ ντ' Εσταίν στο Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού του προκατό­χου του Πομπιντού. Η καινούρια όπερα του Φρανσουά Μιττεράν στην Βαστίλλη - με τα σχέδιά της ελαφρώς διορθω­μένα από τη συντηρητική κυβέρνηση του Ζακ Σιράκ - είναι υπό κατασκευήν. Το ίδιο και το «Μεγάλο Λούβρο» του, μια απέραντη υπόγεια προσθήκη στο υπάρχον μουσείο, η οποία θα επιστε­γαστεί με την κρυστάλλινη πυραμίδα του διάσημου αρχιτέκτονα Ι.Μ. Πέι.
Οι υπερταχείες των 270 χιλιομέτρων την ώρα σύντομα θα εξυπηρετούν εκτός από την Λυών και το Μπορντώ, την Γενεύη και την Μασσαλία, και τελικά μπορεί να φτάσουν στις Βρυξέλλες, στο Άμστερνταμ και ίσως στην Κολωνία. Αν κατασκευαστεί το τούνελ της Μάγ­χης, θα πάνε και στο Λονδίνο. Το γαλ­λικής έμπνευσης, ευρωπαϊκής χρημα­τοδότησης διαστημικό λεωφορείο Ερ­μής ετοιμάζεται - για να πάει στο διά­στημα πάνω στον ευρωπαϊκό πύραυλο Αριάν. Και το Παρίσι διαθέτει επίσης ανθισμένες καστανιές και ακορντεονίστες που παίζουν στα υπαίθρια «καφέ».
Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πό­λεμο οι Γερμανοί είχαν μια παροιμία - ότι είναι κανείς «ευτυχισμένος σαν τον Θεό στην Γαλλία». Πριν 47 χρόνια, με γερμανική πρωτοβουλία, αυτή η ευ­τυχία έγινε θρύψαλα, όπως έγινε και η ευτυχία της ίδιας της Γερμανίας. Και η δεκαετία που ακολούθησε ήταν φρι­κιαστική. Τώρα όμως η Γαλλία και πάλι ευημερεί - αν και δεν είναι ποτέ της ευχαριστημένη - και η Γερμανία ευημερεί ακόμα περισσότερο, μολονό­τι δεν χτίζει πια μνημεία της γερμανι­κής δόξας. (Η Μερσέντες-Μπενζ εξυ­πηρετεί τον ρόλο του μνημειώδους για τη σύγχρονη Δυτική Γερμανία.)
Η Δυτική Ευρώπη σήμερα είναι πιο εύπορη και δυναμική (δες τις στατιστι­κές παραγωγικότητας και εμπορίου), και ίσως πιο ευτυχισμένη (εδώ δεν έ­χουμε στατιστικές, μόνο ανεκδοτολο­γικές ενδείξεις) από τις Ηνωμένες Πο­λιτείες. Αυτή η Ευρώπη των μνημείων και της ευμάρειας - τα δάνεια της ο­ποίας, μαζί με εκείνα της Ιαπωνίας, χρηματοδοτούν τα ελλείμματα της Α­μερικής, και οι εξαγωγές της οποίας, μαζί με εκείνες της Ιαπωνίας, διώχνουν τις αμερικανικές εξαγωγές από τις συ­ναγωνιστικές αγορές - άρχισε με την οικονομική βοήθεια που της παρεσχέ­θη από τις Ηνωμένες Πολιτείες εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Η τεσσαρακοστή επέτειος του Σχεδίου Μάρσαλ εορτά­σθηκε την περασμένη άνοιξη και το καλοκαίρι, και οι λόγοι του εορτασμού είναι προφανείς: από την εφαρμογή του σχεδίου η πορεία της Ευρώπης ήταν ανοδική. Δεν συνέβη το ίδιο και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι που θα μπορούσε κανείς να φέρει το επιχείρη­μα ότι οι απογοητεύσεις που υπέστη­σαν οι ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια είναι, κατά έναν βαθμό, αποτέλεσμα της επι­τυχίας αυτών ακριβώς των πνευματικών και πολιτικών νεωτερισμών για τους οποίους ήταν υπεύθυνη η Ουάσινγκτον κατά τους μήνες που ακολούθησαν το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέ­μου.
Στα απομνημονεύματα του ο Ντην Άτσεσον περιέλαβε μια φράση της Αγγλίδας συγγραφέως Βερόνικα Γουέτζγουντ σχετικά με το πώς γράφεται η ιστορία: «Γνωρίζουμε το τέλος πριν λάβουμε υπ' όψη μας την αρχή, και ποτέ δεν μπορούμε να επαναφέρουμε πλήρως στη μνήμη μας πώς ήταν όταν γνωρίζαμε μόνο την αρχή.» Το Σχέδιο Μάρσαλ γεννήθηκε από την κρίση που ανέκυψε το 1947 σχετικά με την Ελλάδα και την Τουρκία. Τώρα ξέρουμε ότι η σοβιετική απειλή - να προκαλέσει εξέγερση στην Ελλάδα και να εισβά­λει στην Τουρκία - δεν ήταν αυτό που φαινόταν τότε. Αλλά τότε ποιος ήξερε όσα ξέρουμε τώρα;
Μια δεύτερη ερώτηση που πρέπει να γίνει, σαράντα χρόνια αργότερα, είναι το πού θα βρισκόμασταν σήμερα αν οι τότε υπεύθυνοι δεν είχαν πιστέψει στα δεδομένα που διέθεταν και δεν είχαν δράσει αναλόγως. Ζούμε μέσα σ' έναν γεωπολιτικό χάρτη σχεδιασμένο από πράξεις του παρελθόντος, σχηματισμένο από την κληρονομιά πνεύματος και τακτικής εκείνων που ήξεραν μόνο την αρχή. Παραμένουμε αιχμάλωτοι τους. Οι ιδέες που εκείνοι χρησιμοποίησαν σε κρίσιμες στιγμές, λύσεις πρωτότυ­πες γι' αυτούς, διαμόρφωσαν τον πολι­τικό μας χώρο και έγιναν οι παραδεδεγ­μένες ιδέες μας. Ο Στρατηγός Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, τότε Αρχηγός του Επιτελείου, ήταν εκείνος που πρότεινε ότι το σχέδιο το οποίο συντάσσετο το 1946 για την πα­ροχή οικονομικής βοηθείας στην Ελ­λάδα και στην Τουρκία θα έπρεπε να περιέχει πρόβλεψη και για άλλες ευά­λωτες χώρες. Το γιατί, ήταν προφανές στην εκτίμηση της καταστάσεως που έκανε για τους ηγέτες του Κογκρέσου ο Άτσεσον, Υφυπουργός τότε Εξωτε­ρικών: «[Ένα] εξαιρετικά πιθανό σο­βιετικό ρήγμα [του μετώπου] θα άφηνε τρεις ηπείρους ανοικτές στη σοβιετική διείσδυση. Σαν μήλα σ'ένα βαρέλι που χαλάνε εξ αιτίας του μοναδικού σάπιου που βρίσκεται ανάμεσά τους, το "χά­λασμα" της Ελλάδας θα μεταδίδετο στην Περσία και σε όλη την Ανατολή. Θα περνούσε επίσης στην Αφρική μέσω της Μικράς Ασίας και της Αιγύ­πτου, και στην Ευρώπη μέσω της Ιταλίας και της Γαλλίας, οι οποίες ήδη απειλούντο από τα ισχυρότερα τοπικά Κομμουνιστικά Κόμματα της Δυτικής Ευρώπης. Η Σοβιετική Ένωση έπαιζε ένα από τα μεγαλύτερα παιχνίδια στην ιστορία με το ελάχιστο δυνατό κό­στος. »

Στην πραγματικότητα, ο Στάλιν είχε ξεγράψει την Ελλάδα τουλάχιστον δύο μήνες προτού ψηφιστεί το Σχέδιο Μάρ­σαλ από το Κογκρέσο τον Απρίλιο του 1948. Τον Φεβρουάριο του 1948 είπε σε μια γιουγκοσλαβική αντιπρο­σωπεία που περιελάμβανε και τον Μίλοβαν Τζίλας: «Τι νομίζετε, ότι η Με­γάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολι­τείες - οι Ηνωμένες Πολιτείες, η ισχυ­ρότερη χώρα του κόσμου - θα σας επι­τρέψουν να σπάσετε τη γραμμή επικοι­νωνίας τους στην Μεσόγειο! Ανοησίες. Το κίνημα στην Ελλάδα πρέπει να στα­ματήσει, και όσο το δυνατόν γρηγορό­τερα.» Να λοιπόν, κι άλλο ένα στοιχείο που εμείς τώρα γνωρίζουμε και που ε­κείνοι, τότε, δεν ήταν δυνατόν να ξέ­ρουν.


Το Σχέδιο Μάρσαλ προτάθηκε την άνοιξη του 1947 από τον Τζώρτζ Μάρ­σαλ, Υπουργό Εξωτερικών. Μια επίση­μη εκτίμηση της διεθνούς οικονομικής κατάστασης είχε προβλέψει ότι κατά το 1947 οι βιομηχανικές χώρες θα χρειά­ζονταν εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες (όπως έγραφε ο ' Ατσεσονσε ένα μνημόνιο) «ύψους 16 δισεκατομμυ­ρίων δολαρίων (τετραπλάσιες των προ­πολεμικών μας εξαγωγών)», ενώ θα ήσαν σε θέση να επιτύχουν εξαγωγές προς τις ΗΠΑ «με τις οποίες να πληρώ­σουν [...] το ήμισυ μόνο αυτού του πο­σού». Οι προοπτικές για τα επόμενα χρόνια ήσαν ακόμα χειρότερες, δεδο­μένης της - όπως την περιέγραψε ο Υφυπουργός Εξωτερικών επί Οικονο­μικών Θεμάτων Γουίλ Κλαίυτον - «α­συγκράτητης διάλυσης της εξαιρετικά περίπλοκης βιομηχανικής κοινωνίας της Ευρώπης, λόγω της διακοπής των αλληλένδετων σχέσεων μεταξύ των βιομηχανικών πόλεων και της επαρ­χίας η οποία παράγει τα τρόφιμα». Α­ποτέλεσμα ήταν η απλή πρόταση που έκανε ο Τζώρτζ Μάρσαλ το 1947 κατά την τελετή απονομής των πτυχίων στο Χάρβαρντ. Ζήτησε από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να συντάξουν ένα κοινό πρό­γραμμα «σχεδιασμένο ώστε να ορθοπο­δήσει οικονομικά η Ευρώπη» στο ο­ποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρεί­χαν υποστήριξη «όση θα είναι πρακτι­κά εφαρμόσιμη για μας».
Ο Έρνεστ Μπέβιν, Υπουργός Εξω­τερικών της κυβέρνησης των Εργατι­κών της Βρετανίας, αναγνώρισε τη σημασία του πράγματος, συνεσκέφθη με τον Ζώρζ Μπιντώ, τον Γάλλο ομόλο­γο του, και άρχισαν οι εργασίες για τη σύνταξη του σχεδίου. Οι Δυτικοευρωπαίοι ίδρυσαν τον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας, και υπό τη διαχείρισή του τα κεφάλαια από τις ΗΠΑ χρησιμοποιήθηκαν για την αποκατάσταση της ευημερίας και της ισχύος της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό έγινε με τόση επιτυχία ώστε η Δυτική Ευρώπη - η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, μια πολιτική εφεύρεση της ίδιας δημιουργικής εποχής - έχει γίνει ως σύνολο ο πιο σημαντικός βιομηχανικός παραγωγός του κόσμου.

Ήταν ένα λαμπρό επίτευγμα, μιας συγκεκριμένης εποχής, που τώρα ανά­γεται μάλλον στο απώτερο παρελθόν μας. Όπως τόσα άλλα λαμπρά επιτεύ­γματα, παρεμπόδισε με την ίδια του τη λαμπρότητα τη χάραξη κάποιας πρωτό­τυπης πολιτικής γραμμής στα χρόνια που ακολούθησαν. Επηρέασε τους αν­θρώπους να πιστεύουν ότι αυτό που είχε εφαρμοσθεί τόσο καλά στην Δυτική Ευρώπη θα μπορούσε να εφαρμοστεί το ίδιο καλά και αλλού, υπό διαφορετικές συνθήκες. Ρίζωσε ως συμβατική γνώ­ση, επισκιάζοντας από κει και πέρα την ανάγκη για κάθε άλλου είδους γνώση.
Η πολιτική ανάλυση που δικαίωνε το Σχέδιο Μάρσαλ - μια επαπειλούμενη σοβιετική «διείσδυση» όχι απλώς σε μια ήπειρο αλλά σε τρεις - ήταν ανα­κριβής. Αλλά μετά την εμπειρία του Χίτλερ, και βλέποντας τι έκανε ο Στά­λιν για να εξοντώσει την ανεξάρτητη πολιτική ζωή στην Ανατολική Ευρώ­πη, αποτελούσε ευλογοφανές επιχεί­ρημα για όσους ήξεραν μόνο την αρχή. Ταίριαζε επίσης στους Αμερικανούς λόγω του ρόλου που προσέφερε σης Ηνωμένες Πολιτείες. Από τότε, με όλο και λιγότερη πνευματική αξιοπιστία, έχει χρησιμοποιηθεί για να δικαιολο­γήσει ουσιαστικά κάθε αμερικανική απόφαση τακτικής αναφορικά με την Σοβιετική Ένωση (και την παλαιά σύμμαχο της, την Κίνα), από την ίδρυ­ση του NATO ώς την επέμβαση στο Βιετ­νάμ και ώς την εκστρατεία κατά των Σαντινίστας στην Νικαράγουα - άλλο ένα «σάπιο μήλο» που μολύνει μια ολόκληρη ήπειρο. Τα μέτρα βοηθείας που είχαν τόσο καλό αποτέλεσμα στην Ευρώπη έχουν επανειλημμένα εφαρμο­στεί και αλλού, χωρίς, είναι γεγονός, αξιόλογη επιτυχία. Η αρχική επιτυχία όμως έχει κάνει τις μεταγενέστερες αποτυχίες να μοιάζουν με εξαιρέσεις του κανόνα.
Το 1984 η δικομματική επιτροπή του Κίσσινγκερ για την Κεντρική Αμερική ζήτησε ένα «Σχέδιο Μάρσαλ» ύψους οκτώ δισεκατομμυρίων δολαρίων για αυτή την περιοχή. Το επιχείρημα ήταν το γνωστό. Ο Κομμουνισμός απειλούσε τις χώρες της Κεντρικής Αμερικής και το Μεξικό, και σε τελική ανάλυση θα αποτελούσε απειλή για κάθε χωριουδά­κι του Τέξας - άλλο ένα σοβιετικό παι­χνίδι «με το ελάχιστο δυνατό κόστος». Η θεραπεία; Η ομάδα του Κίσσινγκερ έφερνε ως επιχείρημα ότι οι χώρες της Κεντρικής Αμερικής βρίσκονταν «στο μέσον της διαδρομής από τις κυρίως απολυταρχικές δομές του παρελθόντος προς μια κατάσταση που μπορεί [...] να γίνει ο κυρίως δημοκρατικός πλουρα­λισμός του μέλλοντος». Χρειάζονταν στρατιωτική βοήθεια, αλλά πέρα από αυτήν χρειάζονταν και την οικονομική υποστήριξη που θα τις ωθούσε προς αυ­τό το πλουραλιστικό, δημοκρατικό μέλλον.
Επειδή η οικονομική βοήθεια είχε αποτέλεσμα την ανασυγκρότηση στην Δυτική Ευρώπη, αποκαθιστώντας την πολιτική εμπιστοσύνη και εξευτελίζον­τας τη δογματική κομμουνιστική πρό­βλεψη της δεκαετίας του 1940 - δηλαδή τη σταδιακή προλεταριοποίηση της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης, η οποία θα οδηγούσε σε επανάσταση - έγινε η συμβατική γνώση. Όπως το έβλεπε η επιτροπή Κίσσινγκερ, η οικονομική ανάπτυξη στην Κεντρική Αμερική θα μπορούσε να επιταχυνθεί από εξωτερι­κή βοήθεια, και αν θα γινόταν αυτό, θα προωθούσε τη δημοκρατία, θα έκανε τις ριζοσπαστικές πολιτικές λύσεις λιγό­τερο ελκυστικές και θα δημιουργούσε συνθήκες οι οποίες θα ευνοούσαν την, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο, φυσική εγκαθίδρυση κοινοβουλευτι­κής δημοκρατίας.


Παρά ταύτα δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτές οι υποθέσεις έχουν κάποιο αντίκρυσμα. Η εξωτερική βοήθεια δεν βοηθάει απαρεγκλήτως την ανάπτυξη. Ευημερία και μη δημοκρατική κυβέρνηση έχουν συνυπάρξει θαυ­μάσια σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, συμπεριλαμβανομένων κρατών που διατηρούν στενότατους δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ταύτιση της οικονομικής με την πολιτική πρόοδο ανάγεται σε μια μορφή ιστορικού υλισμού - το πιστεύω ότι η οικονομία καθορίζει την πολιτική, πράγμα που δεν έχει καθόλου αποδειχθεί. Οι Αμερικανοί αρέσκονται στην ιδέα επειδή πάντα μας άρεσε να νομίζουμε ότι να είσαι πλούσιος και να είσαι καλός είναι δύο όψεις του ίδιου πράγματος. Και θέλαμε ιδιαίτερα να το τονίζουμε αυτό στα χρόνια του Ρεηγκανισμού, αν και ο Ρεηγκανισμός δεν είναι καμιά καινοτομία. Ο Πρόεδρος συντάσσεται με μια παλιά αμερικανική παράδοση η οποία βρίσκεται εγγύτερα στον Καλβίνο παρά στον Μαρξ. Συνδεδεμένος με αυτό είναι ο αμερικανικός προοδευτισμός, η εξίσου βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι κάπου πάμε όλοι και ότι γινόμαστε καλύτεροι καθ' οδόν.


Αν συγκρίνει κανείς μια συζήτηση επ' αυτών των θεμάτων στις ΗΠΑ με όσα λέγονται στην Δυτική Ευρώπη, ξαφνιά­ζεται με τη σχετική αφαιρετικότητα και την ιδεολογική ροπή της αμερικα­νικής πλευράς, σχετικά και με τη φύση του ανταγωνισμού με την Σοβιετική  Ενωση και με το θέμα της ανάπτυξης των μη βιομηχανικών χωρών και πώς γίνεται αυτό. Η δήλωση αρχών της Δη­μοκρατικής Εθνικής Επιτροπής τον περσινό Σεπτέμβριο μιλούσε, αναφο­ρικά με τις εξωτερικές σχέσεις, για μια «συνεχιζόμενη παγκόσμια επανάσταση με στόχο τους ελεύθερους θεσμούς και μια ζωή μεγαλύτερης ευημερίας για όλους», λες κι αυτή η διττή πορεία της ανθρωπότητας αποτελούσε γεγονός. Η χειροπιαστή απόδειξη της γοργής ανά­πτυξης μη Δυτικών χωρών υποδηλώνει ότι τις περισσότερες φορές η ανάπτυξη αυτή τείνει να δημιουργεί κοινωνική κρίση, όπως έγινε στην Περσία και αλλού στον μουσουλμανικό κόσμο. Το αποτέλεσμα, όπως στην Περσία, μπο­ρεί έτσι να είναι πολιτική οπισθοδρό­μηση, σύμφωνα με τα στάνταρτ της Ουάσινγκτον - μια απόρριψη των λαϊ­κών πολιτικών ιδεών, καθώς οι άνθρω­ποι εγκαταλείπουν την πνευματική και κοινωνική διαταραχή που προκαλεί η γοργή οικονομική αλλαγή για τις φαι­νομενικά πιο σίγουρες αξίες της θρη­σκείας και της παράδοσης. 
Το Σχέδιο Μάρσαλ είχε μεγάλη επιτυχία στην παροχή κεφαλαίων και επενδύσεων προς λαούς που τους έλει­παν και τα δύο και οι οποίοι ήσαν από­λυτα ικανοί να κάνουν αυτά τα χρήμα­τα να αποδώσουν. Τα βοηθήματα δόθη­καν σε βιομηχανικά εξελιγμένες κοι­νωνίες σε μια εποχή που τα εργοστάσια και οι επικοινωνίες τους είχαν κατα­στραφεί από τον πόλεμο, η γεωργία τους είχε διαλυθεί, και οι λαοί τους ήσαν κλονισμένοι. Το Σχέδιο Μάρσαλ χρηματοδότησε την επιστροφή στην κανονικότητα της Δυτικής Ευρώπης. Δεν συνέβαλε στην πρόοδο της προς κάποιο νέο στάδιο οικονομικής ή πολι­τικής εξέλιξης.


Η «ένεση» ξένων επενδύσεων έφερε καλά αποτελέσματα στην Ευρώπη. Το ίδιο καλά αποτελέσματα είχε και για τη μεταπολεμική Ιαπωνία. Όμως οι κατο­πινές οικονομικές επιτυχίες της Νοτίου Κορέας, της Ταϊβάν και της Σιγκαπού­ρης ελάχιστα οφείλουν στο ξένο κεφά­λαιο και πολλά στην ικανότητα αυτών των κοινωνιών να οργανώνονται με στόχο τις απαιτήσεις του σύγχρονου εκβιομηχανισμού. Πρέπει να σημειω­θεί ακόμα ότι η ανάπτυξη δεν είχε ως επακόλουθο δημοκρατικές κυβερνή­σεις. Από την άλλη μεριά, η Αφρική έχει δεχθεί ένα τεράστιο ποσό ξένης βοήθειας χωρίς ιδιαίτερο τεκμαρτό α­ποτέλεσμα. Και η Λατινική Αμερική δέχτηκε εξαιρετικά μεγάλες «ενέσεις» κεφαλαίου, κυρίως από το 1973, αλλά τα αποτελέσματα της οικονομικής (και πολιτικής) προόδου είναι ανάμικτα.
Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα δεν είναι κάτι το καινούριο για οποιονδή­ποτε ενδιαφέρεται σοβαρά για το θέμα. Ο Πήτερ Μπάουερ, η εξέχουσα βρετανική αυθεντία επί της αναπτυξιακής οικονομίας, έγραψε πρόσφατα ότι το επιχείρημα πως οι φτωχές χώρες δεν μπορούν να βγουν από τη φτώχεια τους λόγω έλλειψης κεφαλαίων, είναι μια θεωρία «η οποία έχει γίνει το επί­κεντρο της συζήτησης για τη φτώχεια στον κόσμο, και που εύκολα αποδει­κνύεται ότι δεν έχει καμία ισχύ. Αν ήταν αλήθεια, ο κόσμος θα βρισκόταν ακόμα στην Λίθινη Εποχή». Οι επιτυ­χημένες χώρες, προσέθεσε, «συνήθως έχουν προοδεύσει χωρίς υπολογίσιμα ξένα κεφάλαια και οπωσδήποτε χωρίς δωρεές από το εξωτερικό».
Οι επαγγελματίες το γνωρίζουν αυτό πάρα πολύ καλά. Κι όμως αυτή η γνώση δεν εμποδίζει τις επιτροπές εκ διασή­μων ατόμων να ζητούν «νέα» Σχέδια Μάρσαλ - για την Κεντρική Αμερική, την Μέση Ανατολή, την Αφρική -, ού­τε ανακόπτει τους συντάκτες προεκλο­γικών προγραμμάτων από το να υμνούν μια υποτιθέμενη πορεία των εθνών προς «τον κυρίως δημοκρατικό πλουραλι­σμό του μέλλοντος».
Η πρακτική λειτουργία της συμβατικής γνώσης είναι να γλυτώνει τους αν­θρώπους από πρωτότυπες σκέψεις. Κά­νει ευκολότερη τη ζωή για όλους, έστω και αν τελικά το κόστος μπορεί να είναι μεγάλο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μαζέψει υπερβολικά μεγάλο στοκ συμ­βατικών ιδεών, απλούστατα επειδή είχαν προσφέρει επιτυχημένες λύσεις  σε επείγοντα προβλήματα των δεκαε­τιών του 1940 και του 1950. Είναι πολύ δύσκολο να απαγκιστρωθεί κανείς από αυτές τις επιτυχίες, ίσως επειδή από  τότε σημαντικός αριθμός πραγμάτων που έχει κάνει αυτή η χώρα δεν ήσαν καθόλου επιτυχή.



Ο Τζαίημς Θέρμπερ και ο Έλλιοτ  Ντούτζ έγραψαν το 1940 ένα θεατρικό έργο, Το αρσενικό ζώο, για τη θλιβερή  ιστορία ενός άντρα που είχε γίνει πα­ναμερικανικός πρωταθλητής ποδο­σφαίρου όταν ήταν στο κολέγιο και που ποτέ του δεν μπόρεσε να το ξεπερά­σει. Αυτό είναι ένα εθνικό πρόβλημα της Αμερικής. Και όπως το έθεσε ένας άλλος παρατηρητής εκείνου του και­ρού, σε μια θαυμάσια φράση, οι αμερι­κανικές ζωές δεν έχουν δεύτερη πράξη. Δεν θα περίμενε κανείς τα λόγια του Φ. Σκώτ Φιτζέραλντ να έχουν πολιτική εφαρμογή στον χειρισμό της εξωτερι­κής πολιτικής του αμερικανικού έθνους, φαίνεται όμως ότι έχουν. Γιατί νά 'μα στε, σαράντα χρόνια μετά το Σχέδιο Μάρσαλ, και αποδεικνύεται ότι δεν ήταν μια αρχή αλλά ένα τέλος. 



Από το Harper's Magazine. Copyright © 1987 Harper's Magazine Foundation.
Reprinted by permission. Εικονογράφηση: Γήσης Παπαγεωργίου.
περιοδικό "επιλογές" Οκτώβριος 1987


**** Το έντονο (bold) κείμενο επισημάνθηκε από εμένα.